
Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί κατά την διάρκεια της 30νταετούς μου θητείας στη διοργάνωση και πραγματοποίηση προσκυνηματικών και πολιτιστικών εκδρομών, οι οποίες ήταν και είναι μέχρι σήμερα και η μοναδική μου επαγγελματική δραστηριότητα, μετά το πέρας των πανεπιστημιακών μου σπουδών, εάν ο Χριστιανός έρχεται σ’ αυτή τη ζωή έχοντας μέσα του τη λαχτάρα, ελπίδα και υπόσχεση προς τον εαυτό του να επισκεφθεί κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του μέρη όπου γεννήθηκε, θαυματούργησε, δίδαξε, Σταυρώθηκε και Αναστήθηκε ο Θεάνθρωπος.
Βέβαια τα ερωτηματικά αυτά δεν έρχονταν τυχαία στο μυαλό μου.
Κάθε προσκυνητής, όταν αξιωνόταν να πραγματοποιήσει το προσκύνημά του, μου εξέφραζε κατά την επιστροφή του, μαζί με τις ευχαριστίες του και την βαθειά του ικανοποίηση και αγαλλίαση και τις ευχές του, όταν τον υποδεχόμουν στο αεροδρόμιο ή το λιμάνι, με φράσεις όπως <<σ’ ευχαριστώ παιδί μου που μαζί σου κατάφερα να πραγματοποιήσω το τάμα μου, να σε έχει καλά ο Θεός>>.
Από ηλικιωμένους συνήθως ανθρώπους, που πολλοί από αυτούς με στερήσεις και οικονομίες μάζευαν λίγα-λίγα τα χρήματα για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στα έξοδα της συμμετοχής τους εις το προσκύνημα.
Ήταν μια στερεότυπη έκφραση που την άκουγα από το στόμα των χιλιάδων προσκυνητών που διακίνησα όλα αυτά τα χρόνια. Και εγώ ένοιωθα τόσο ευχάριστα μέσα μου κάθε φορά που τους άκουγα, θεωρώντας ότι ασκούσα κάποιο υψηλό λειτούργημα.




